Έκζεμα
Ο όρος «έκζεμα» αναφέρεται σε μια ομάδα φλεγμονωδών δερματοπαθειών που χαρακτηρίζονται από ερυθρότητα, κνησμό, ξηρότητα και εξάνθημα του δέρματος. Πρόκειται για μία από τις πιο συχνές δερματικές παθήσεις, που μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, και εκτιμάται ότι επηρεάζει περίπου το 10-20% του πληθυσμού. Παρόλο που ο όρος χρησιμοποιείται συχνά ως συνώνυμο της ατοπικής δερματίτιδας, στην πραγματικότητα περιλαμβάνει αρκετούς διαφορετικούς τύπους δερματίτιδας.
Τύποι εκζέματος
- Ατοπικό έκζεμα (ατοπική δερματίτιδα): Ο πιο κοινός τύπος. Συνδέεται με γενετική προδιάθεση και ατοπικό ιστορικό (άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα). Εμφανίζεται συχνά από τη βρεφική ηλικία, αλλά μπορεί να επιμείνει ή να εκδηλωθεί και στην ενήλικη ζωή.
- Δερματίτιδα εξ επαφής: Προκαλείται από άμεση επαφή του δέρματος με ερεθιστικές ουσίες (ερεθιστική δερματίτιδα) ή αλλεργιογόνα (αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής). Συχνοί ερεθιστικοί παράγοντες είναι τα σαπούνια, τα απορρυπαντικά, ο ιδρώτας και ορισμένα μέταλλα (π.χ. νικέλιο).
- Νομισματοειδές έκζεμα: Χαρακτηρίζεται από στρογγυλές ή ωοειδείς πλάκες εκζεματικών βλαβών που μοιάζουν με νόμισμα. Εμφανίζεται κυρίως στα κάτω άκρα και μπορεί να πυροδοτηθεί από ξηρότητα του δέρματος ή δερματικούς τραυματισμούς.
- Δυσιδρωτικό έκζεμα: Εκδηλώνεται με μικρές φυσαλίδες που γεμίζουν με υγρό στις παλάμες, τα δάκτυλα και τα πέλματα. Προκαλεί έντονο κνησμό και μπορεί να σχετίζεται με εποχιακές αλλαγές ή στρες.
- Σμηγματορροϊκό έκζεμα: Εμφανίζεται σε περιοχές πλούσιες σε σμηγματογόνους αδένες, όπως το τριχωτό της κεφαλής (γνωστό ως νινίδα στα βρέφη), τα φρύδια και οι ρινοχειλικές αύλακες.
Αίτια και παράγοντες κινδύνου
Η ακριβής αιτιολογία του εκζέματος είναι πολυπαραγοντική και περιλαμβάνει τη συνδυασμένη δράση γενετικών, ανοσολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων:
- Γενετική προδιάθεση: Μεταλλάξεις στο γονίδιο της φιλαγκρίνης (FLG), μιας πρωτεΐνης κρίσιμης για τη δομή και τη λειτουργία του επιδερμιδικού φραγμού, ευνοούν τη διείσδυση αλλεργιογόνων και ερεθιστικών ουσιών στο δέρμα.
- Δυσλειτουργία του δερματικού φραγμού: Τα άτομα με έκζεμα παρουσιάζουν μειωμένη παραγωγή κεραμιδίων και φυσικών ενυδατικών παραγόντων, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη διαδερμική απώλεια ύδατος.
- Ανοσολογική δυσρύθμιση: Υπερδραστηριότητα των Τ-λεμφοκυττάρων τύπου 2 (Th2) και αυξημένη παραγωγή ανοσοσφαιρίνης IgE σχετίζονται με τη φλεγμονώδη απόκριση στο δέρμα.
- Περιβαλλοντικοί παράγοντες: Ρύπανση, χαμηλή υγρασία, ακραίες θερμοκρασίες, αλλεργιογόνα (ακάρεα σκόνης, γύρη, ζωικό τρίχωμα) και μικροβιακός αποικισμός (κυρίως Staphylococcus aureus).
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα του εκζέματος ποικίλλουν ανάλογα με τον τύπο και τη φάση της νόσου:
- Κνησμός: Το κύριο σύμπτωμα, συχνά εντονότερο τη νύχτα, που μπορεί να διαταράξει τον ύπνο και την ποιότητα ζωής.
- Ερυθρότητα και οίδημα: Φλεγμονή του δέρματος σε διάφορες περιοχές του σώματος.
- Ξηρότητα και απολέπιση: Το δέρμα γίνεται τραχύ, σκληρό και παρουσιάζει λέπια.
- Φυσαλίδες και εξίδρωση: Σε οξείες φάσεις, μπορεί να εμφανιστούν μικρές φυσαλίδες που αποβάλλουν υγρό.
- Λειχηνοποίηση: Σε χρόνιες περιπτώσεις, το δέρμα παχαίνει και αποκτά αυξημένη ανάγλυφη υφή λόγω του επίμονου ξεσμού.
Διάγνωση
Η διάγνωση του εκζέματος βασίζεται κυρίως στην κλινική εξέταση από τον δερματολόγο. Δεν απαιτείται συνήθως εργαστηριακός έλεγχος, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθούν:
- Δερματικές δοκιμασίες (patch tests): Για τη διερεύνηση αλλεργικής δερματίτιδας εξ επαφής.
- Αιματολογικός έλεγχος: Μέτρηση ολικής IgE και ειδικών IgE αντισωμάτων για τον αποκλεισμό ατοπίας.
- Δερματική βιοψία: Σπανίως, σε περιπτώσεις ασαφούς κλινικής εικόνας.
Θεραπεία
Η θεραπευτική αντιμετώπιση του εκζέματος ακολουθεί μια σταδιακή προσέγγιση:
- Ενυδάτωση και αποκατάσταση του δερματικού φραγμού: Η καθημερινή χρήση μαλακτικών (emollients) αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας. Τα μαλακτικά πρέπει να εφαρμόζονται τουλάχιστον δύο φορές ημερησίως και αμέσως μετά το μπάνιο σε ελαφρώς υγρό δέρμα.
- Τοπικά κορτικοστεροειδή: Χρησιμοποιούνται σε περιόδους έξαρσης για τη μείωση της φλεγμονής. Η επιλογή της ισχύος εξαρτάται από τη σοβαρότητα, την ηλικία του ασθενούς και την ανατομική θέση των βλαβών. Χαμηλής ισχύος σκευάσματα προτιμώνται για το πρόσωπο και τις πτυχές.
- Τοπικοί αναστολείς καλσινευρίνης: Η τακρόλιμους και η πιμεκρόλιμους αποτελούν εναλλακτική θεραπεία, ιδιαίτερα σε ευαίσθητες περιοχές (πρόσωπο, βλέφαρα, γεννητική περιοχή) όπου η μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών δεν ενδείκνυται.
- Αντιισταμινικά: Τα αντιισταμινικά πρώτης γενιάς μπορεί να χρησιμοποιηθούν κυρίως για τον νυχτερινό κνησμό λόγω του κατασταλτικού αποτελέσματός τους.
- Αντιβιοτικά: Σε περιπτώσεις δευτεροπαθούς βακτηριακής λοίμωξης μπορεί να χρειαστεί τοπική ή συστηματική αντιβιοτική αγωγή.
- Υγρές περιτυλίξεις (wet wraps): Μια αποτελεσματική τεχνική σε σοβαρές εξάρσεις, που περιλαμβάνει την εφαρμογή υγρών επιδέσμων πάνω από τοπικά σκευάσματα για τη βελτίωση της απορρόφησης και την ανακούφιση του κνησμού.
Πρόληψη και φροντίδα
Η σωστή φροντίδα του δέρματος μπορεί να μειώσει σημαντικά τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των εξάρσεων:
- Καθημερινή ενυδάτωση: Εφαρμόζετε γενναιόδωρα μαλακτική κρέμα ή αλοιφή χωρίς αρώματα τουλάχιστον δύο φορές ημερησίως.
- Σωστή υγιεινή μπάνιου: Προτιμήστε σύντομα μπάνια (5-10 λεπτά) με χλιαρό νερό. Χρησιμοποιήστε ήπια καθαριστικά χωρίς σαπούνι και αποφύγετε τα αφρόλουτρα.
- Κατάλληλα ρούχα: Επιλέγετε μαλακά βαμβακερά υφάσματα. Αποφύγετε μάλλινα, συνθετικά ρούχα και ρούχα με τραχιές ετικέτες.
- Περιβαλλοντικός έλεγχος: Διατηρήστε σταθερή θερμοκρασία και υγρασία στο σπίτι. Χρησιμοποιήστε υγραντήρα κατά τους χειμερινούς μήνες.
- Αποφυγή γνωστών εκλυτικών παραγόντων: Κρατήστε ημερολόγιο εξάρσεων για να εντοπίσετε τους παράγοντες που επιδεινώνουν το έκζεμα.
- Φροντίδα των νυχιών: Κόβετε τα νύχια κοντά για να αποφύγετε τραυματισμούς από ξεσμό.
Πρόγνωση
Η πρόγνωση του εκζέματος εξαρτάται από τον τύπο και τη σοβαρότητα της νόσου. Σε πολλές περιπτώσεις, τα συμπτώματα βελτιώνονται σημαντικά με την κατάλληλη αγωγή, ενώ σε ορισμένους ασθενείς η νόσος μπορεί να ακολουθεί κυκλική πορεία με περιόδους ύφεσης και έξαρσης. Η συνεπής αντιμετώπιση, σε συνεργασία με τον δερματολόγο, μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την πορεία της νόσου και την ποιότητα ζωής του ασθενούς.